- ἡμιπέπων
- ἡμι-πέπων, ον, gen. ονος,A half-ripe, Herod.Med. ap. Orib.5.31.6.
Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.
Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.
ημιπέπων — ἡμιπέπων, ον (Α) ήμιπέπανος, μισοώριμος, μισογινωμένος. [ΕΤΥΜΟΛ. < ημι * + πέπων «ώριμος»] … Dictionary of Greek
ἡμιπεπόνων — ἡμιπέπων half ripe gen pl … Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)
ημι- — (AM ἡμι ) αχώριστο πρόθημα ως α συνθετικό λέξεων τής αρχ., μσν. και νεοελλ. γλώσσας που έχουν την έννοια ότι αυτό που δηλώνει το β συνθετικό είναι: α) το μισό, ως προς το ποσό (πρβλ. ημισέληνος, ημισφαίριο) β) κάτι το ελλιπές, μη τελειωμένο,… … Dictionary of Greek